Αρχική  |  ο Δήμος  |  Επικοινωνία

Ιστορικά στοιχεία

Βυζαντινοί και μεσαιωνικοί χρόνοι

Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους, ως πρώτη επίσημη αναφορά στο νησί θα πρέπει να θεωρηθεί αυτή του 530, oπότε το νησί αναφέρεται μεταξύ των περιοχών που υπάγονται στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, ενώ τον ίδιο αιώνα αναφέρεται και ως έδρα Μητροπόλεως. Έχει εκφρασθεί η άποψη ότι ο Μητροπολίτης ήταν πιθανό να ήταν τιτουλάριος, δηλαδή να έφερε τίτλο χωρίς να είχε ποίμνιο, η άποψη όμως αυτή αντιστρατεύεται ταphoto3 πρόσφατα αρχαιολογικά ευρήματα και την ιστορική ερευνά. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα ιστορικά στοιχεία, η υπαγωγή των Κυθήρων στον πάπα της Ρώμης επί της εποχής του αυτοκράτορα Κώνσταντος (641-668), καθώς και η επαναφορά τους στη δικαιοδοσία του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως επί Λέοντος Γ` του Ισαύρου (717-741), δείχνουν να έχουν τα Κύθηρα θρησκευτικό ενδιαφέρον, κάτι βέβαια που οδηγεί και στη βεβαιότητα ότι έχουν ποίμνιο. Αργότερα (1293) επί αυτοκράτορος Ανδρόνικου Β` στο Βυζάντιο, η Μητρόπολη Κυθήρων υπάγεται στη Μητρόπολη Μονεμβάσιας, ως πρώτη τη τάξει και ο Μητροπολίτης Κυθήρων φέρει τον τίτλο του Αρχιεπίσκοπου. Σημαντική επιρροή αρχίζει να αποκτά η Μητρόπολη, όταν, επί Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Νήφωνος (1311-1314), παρέχεται η εξουσιοδότηση στο Μητροπολίτη Κυθήρων να χειροτονεί τους ιερείς της Κρήτης, στην οποία οι Ενετοί δεν επέτρεπανphoto3 την παρουσία Ορθόδοξου Επισκόπου μέχρι το τέλος του 16ου αιώνα.
Πιο σημαντικά πάντως στο θέμα της κατοίκησης των Κυθήρων πρέπει να θεωρηθούν τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την αρχαιολογική έρευνα στα Κύθηρα, καθώς από αυτήν προκύπτει η ύπαρξη κατοίκησης κατά τον 6ο αιώνα τουλάχιστον σε δυο περιοχές του νησιού. Τα σπαράγματα του παλαιοχριστιανικού ψηφιδωτού δαπέδου από το ναό του Αγίου Ιωάννου στην περιοχή Ποταμού (Συλλογή Βυζαντινής Τέχνης στο Λιβάδι), που χρονολογούνται στις αρχές του 6ου αιώνα και το ψηφιδωτό δάπεδο του ναού του Αγίου Γεωργίου στο Βουνό, που χρονολογείται επίσης τον 6ο αιώνα, μαρτυρούν κατοίκηση στις περιοχές αυτές ή κοντά σ’ αυτές. Στην ίδια εποχή θεωρείται ότι ανήκουν και τμήματα της τοιχοποιίας του ναού του Αγίου Γεωργίου στο Παλιόκαστρο, αλλά και ο ναός των Αγίων Σέργιου και Βάκχου, στον οποίο αναφέρεται ότι εγκαταστάθηκε και άθλησε ο Όσιος Θεόδωρος και ο οποίος δεν έχει εξακριβωθεί με βεβαιότητα αν είναι ο ίδιος με τμήμα του σημερινού ναού του Οσίου Θεόδωρου. Η έλλειψη άλλων στοιχείων και η περιορισμένη αναφορά των Κυθήρων στις πήγες ίσως να υποδηλώνει ότι η κατοίκηση κατά τους χρόνους 6ο έως 10ο αιώνα δεν είναι συστηματική και πιθανόν περιορισμένη, σίγουρα όμως δεν μπορούμε να μιλάμε για πλήρη ερήμωση. Βέβαια η παρουσία των Νορμανδών και των Αράβων πειρατών στην περιοχή κατά τα χρόνια αυτά οδήγησαν σε ερήμωση τα Κύθηρα για μεγάλα χρονικά διαστήματα, καθώς το νησί ήταν ευάλωτο στις επιδρομές και χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές και ως ορμητήριο των πειρατών.
Σημαντικός σταθμός στην πλέον οργανωμένη κατοίκηση των Κυθήρων φαίνεται να είναι η άθληση του Οσίου Θεόδωρου στο νησί, όπου, μετά το θάνατο του (922), εμφανίζεται σημαντικός αριθμός νέων κατοίκων στα Κύθηρα. Σύμφωνα με το συναξάριο του Άγιου το νησί κατά το χρόνο της άφιξης του στα Κύθηρα είναι έρημο κατοίκων εξ αιτίας των πειρατικών επιδρομών. Από τα χρόνια αυτά πάντως μέχρι και τον 11ο αιώνα δεν υπάρχουν πάλι ιστορικές πληροφορίες και οι υποθέσεις για τα Κύθηρα κατά την εποχή αυτή βασίζονται στη μελέτη των βυζαντινών ναών του νησιού, μερικοί από τους οποίους πιστεύεται ότι ανάγονται κατασκευαστικά μέχρι και τον 9ο ή 10ο αιώνα (Άγιος Ανδρέας στο Λιβάδι). Νέα συστηματική κατοίκηση των Κυθήρων φαίνεται να αρχίζει μετά το 10ο αιώνα σύμφωνα με τη μελέτη χρονολόγησης πολλών ναών στο νησί και εντείνεται κατά το 13ο αιώνα. Κατά το 1100 αναφέρεται και ο πρώτος αναφερόμενος στις πήγες Μητροπολίτης Κυθήρων, ο Θεόκτιστος. Στα τέλη του 12ου αιώνα κυρίαρχος των Κυθήρων είναι ο Γεώργιος Παχύς από τη Μονεμβάσια, ο οποίος, όταν αποσύρεται, παραδίδει την αρχή σε έναν εκπρόσωπο μιας αρχοντικής οικογένειας επίσης από τη Μονεμβάσια, τον Ευδαιμονογιάννη. Σύμφωνα με την παράδοση, η Παληόχωρα, κτίστηκε από Βυζαντινούς έποικους στα τέλη του 13ου αιώνα, υπάρχει όμως πιθανότητα αυτό να έχει γίνει ένα ή δυο αιώνες νωρίτερα, αλλά κατά την εποχή αυτή (περίπου στο 1275), όταν το νησί επανακαταλαμβάνεται από τους Βυζαντινούς για βραχύ χρονικό διάστημα, μετά από σύντομη Ενετική κατοχή (1204 ή 1236 έως 1275), δέχεται αριθμό εποίκων από την Κωνσταντινούπολη, κατά τους χρόνους της βασιλείας του Μιχαήλ Η` Παλαιολόγου, από τους αντιτιθέμενους μάλιστα στην φιλενωτική και φιλολατινική πολιτική του αυτοκράτορα. Το 1201 οι Φράγκοι καταλαμβάνουν την Κωνσταντινούπολη και οι Ενετοί γίνονται κυρίαρχοι πολλών νησιών του Αιγαίου. Τα Κύθηρα αναφέρεται ότι περιέρχονται στον οίκο του Ενετού τυχοδιώκτη ευγενούς Μάρκου Βενιέρη το 1207, η πλήρης όμως ανάληψη της αρχής από την ενετική αυτή οικογένεια φαίνεται να συντελείται αρκετά χρόνια αργότερα στη μέση της δεκαετίας 1230-1240. Οι Βυζαντινοί επανακαταλαμβάνουν το νησί το 1269 για να το χάσουν οριστικά λίγο αργότερα, πιθανότατα μετά από συμφωνία του Νικολάου Ευδαιμογιάννη με έναν απόγονο της οικογένειας Βενιέρη στην Κρήτη και γάμο του τελευταίου με μια κόρη του Ευδαιμογιάννη. Η συμφωνία αυτή πρέπει να έγινε από πολιτικό υπολογισμό, καθώς ο Ευδαιμογιάννης πρέπει να είχε διαπιστώσει την αδυναμία του βυζαντινού κράτους να διατηρήσει τόσο απομακρυσμένα και χωρίς ιδιαίτερο στρατηγικό ενδιαφέρον εδάφη σε μια εποχή εμφανούς παρακμής του. Τα Κύθηρα έμειναν έκτοτε στην ενετική κυριαρχία μέχρι την κατάλυση της Ενετικής Δημοκρατίας το 1797 και αποτελούν μια από τις ελάχιστες ελληνικές περιοχές στην οποία διατηρήθηκε τόσο μακρά και αδιάλειπτη η ενετική κυριαρχία, αν εξαιρεθεί μια κατάληψη του νησιού από τους Τούρκους με μια χλιαρή κυριαρχία των τελευταίων για βραχύ χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1715-1718.
Η βυζαντινή πρωτεύουσα των Κυθήρων, ο Άγιος Δημήτριος, (σημερινή Παληόχωρα), που είχε κτισθεί σε φύση οχυρή θέση για την προστασία της από τους πειρατές, καταστράφηκε τελικά από επίθεση εναντίον της του εξωμότη και στην υπηρεσία του Τούρκου σουλτάνου, αρχιπειρατή Χαϊδερίν Βαρβαρόσα, το 1537. Τότε η μικρή πόλη κάηκε, όσοι κάτοικοι της δεν σκοτώθηκαν πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα κι ο τόπος δεν ξανακατοικήθηκε ποτέ. Λέγεται ότι ο Βαρβαρόσα τότε κατέλαβε και τα κάστρα στο Καψάλι και το Μυλοπόταμο, κάτι όμως που μάλλον θα πρέπει να μην θεωρηθεί βάσιμο, αφού δεν υπάρχουν σχετικές πειστικές πληροφορίες στις πήγες της εποχής. Παρότι αναφέρεται ότι τότε κατοικούσαν στην Παληόχωρα 7.000 άνθρωποι, ο αριθμός κρίνεται υπερβολικός για το μέγεθος του οικισμού και του κάστρου η δε αναφερόμενη ερήμωση τότε του νησιού από την επιδρομή, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί καθολική. Σύντομα μάλιστα η ενετική πολιτεία ανέλαβε εκστρατεία, ώστε να επανακατοικηθεί το νησί με νέους εποίκους, αλλά και με την εξαγορά πολλών από τους αιχμαλωτισθέντες τότε από τους πειρατές κατοίκους. Η περίοδος της βυζαντινής κυχίας στα Κύθηρα ήταν αρκετά σημαντική για το νησί, όπως προκύπτει από το πλήθο ν ναών, που έχουν διασωθεί και οι οποίοι υπολογίζεαι ότι έχουν κτισθεί μεταξύ του 10ου και του 15ου αιώνα, αν και, όπως είδαμε, υπάρχουν και παλιότερα μνημεία. Ο πλούτος αυτός της βυζαντινής κληρονομιάς, αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας διαπρεπών Βυζαντινολόγων (Σωτηρίου, Χατζηδάκης κ.α.) και το νησί έχει θεωρηθεί μνημείο της εποχής αυτής, λόγω του πλήθους των βυζαντινών ναών του, σημαντικότεροι από τους οποίους είναι, ο Άγιος Ανδρέας (Λειβάδι), Άγιος Θεόδωρος, Άγιος Δημήτριος (Πούρκο), Άγιος Πέτρος (Αραίοι), Άγιος Νίκων (Ζαγλανικιάνικα) κ.α. η Ακαδημία Αθηνών έχει εκδώσει ειδικό τόμο με τη μελέτη 36 από τους πιο σημαντικούς βυζαντινούς ναούς των Κυθήρων.
Οι Ενετοί ανέλαβαν μετά το 1530 όλες τις εξουσίες και τα δικαιώματα της οικογένειας Βενιέρη και έκτοτε διοίκησαν το ν κατά τα πρότυπ της φεουδαρχίας, όπως και στα υπόλοιπα Επτάνησα. Επικεφαλής της διοίκησης και της δικαιοσύνης και εκπρόσωπος της κεντρικής εξουσίας ήταν ο Προβλεπτής (proveditore), που υπαγόταν στο Γενικό Προβλεπτή Κέρκυρας ή Κρήτης και διοικούσε με τη βοήθεια τριών Καστελάνων και μικρού αριθμού στρατιωτών και υπαλλήλων. Όλη η καλλιεργήσιμη γη άνηκε στους ευγενείς (ελληνικής η ενετικής καταγωγής), οι οποίοι κατείχαν τους τίτλους ευγένειας με κληρονομικό δικαίωμα και καταπίεζαν αφόρητα τους χωρικούς, αλλά και τους αστούς αργότερα, οι οποίοι πολύ δύσκολα εύρισκαν δικαιοσύνη, αφού αυτή ήταν στα χέρια του Προβλεπτή, ο οποίος έπαιρνε πάντα το μέρος των ευγενών. Οι τελευταίοι κατάφεραν να πάρουν εξαιρετικά προνομία κατά το τέλος του 16ου αιώνα και να καταστήσουν το Συμβούλιο των Ευγενών κλειστό κύκλωμα, στο οποίο ήταν δυσχερέστατη η πρόσβαση. Σημειώνεται πάντως ότι και οι ευγενείς που αποτέλεσαν το πρώτο Συμβούλιο (1572) ήταν αστοί που είχαν προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στη Βενετία και έγιναν δεκτοί σ’ αυτό γι’ αυτό το λόγο, καθώς στα Κύθηρα δεν υπήρχε γηγενής αριστοκρατία. Παρά το γεγονός ότι οι ενετικές αρχές έδιναν κατά καιρούς προνόμια, ώστε να προσελκύουν πληθυσμό, που ήταν αναγκαίος για την καλλιέργεια των αγρών και την οικονομική ζωή του τόπου, καθώς και την αναπλήρωση των απωλειών από τις πειρατικές επιδρομές και τους λοιμούς, η κατάσταση των χωρικών δεν είδε αισθητή βελτίωση πριν το τέλος του 17ου αιώνα. Η απομάκρυνση από το νησί για οποιοδήποτε λόγο απαιτούσε την άδεια των αρχών και η εξασφάλιση λίγης καλλιεργήσιμης γης ανάγκαζε τους χωρικούς να χρησιμοποιούν μικρά κομμάτια λίγων τετραγωνικών μέτρων, πρόχειρα περιτοιχισμένων, στα οποία μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις, μετέφεραν χώμα από μακρινές αποστάσεις για να αποκτήσουν λίγη γόνιμη γη. Ακόμη και σήμερα διακρίνονται στο νησί, στις πιο απίθανες και απομακρυσμένες τοποθεσίες, τέτοια μικρά κομμάτια ιδιοκτησιών. Το καθεστώς της αγροληψίας και οι κληρονομικές συνήθειες, που διαμορφώθηκαν κυρίως κατά τους τελευταίους αιώνες της Ενετοκρατίας, οδήγησαν σε πολυδιάσπαση του αγροτικού κλήρου, σε τέτοιο μάλιστα σημείο, ώστε οι αλλεπάλληλες κατατμήσεις της γης να οδηγούν σε τόσο μικρές ιδιοκτησίες, που έφθασαν να δώσουν το γενικό χαρακτηρισμό σε κάθε μικρή ιδιοκτησία: “Τσιριγώτικο μερτικό”!
Οι Ενετοί κράτησαν τα Κύθηρα μέχρι την οριστική κατάλυση της Δημοκρατίας τους από το Μεγάλο Ναπολέοντα το 1797 με το μικρό διάστημα της τούρκικης κατοχής μεταξύ 1715-1718, που προαναφέραμε. Και τότε πάντως η ουσιαστική κατοχή των Τούρκων φαίνεται να είχε περιοριστεί σε χρόνο πιθανόν και λιγότερο του έτους, αφού ο τούρκικος στόλος είχε χάσει τις ναυμαχίες που έδωσε με τους Ενετούς για την κυριαρχία στη θάλασσα και η τούρκικη παρουσία στα Κύθηρα είχε αποδυναμωθεί σε τέτοιο σημείο, ώστε να μην έχουν μείνει οποιαδήποτε ίχνη απ’ αυτήν. Η μακρόχρονη ενετική παρουσία στα Κύθηρα ήταν φυσικό να αφήσει εμφανή ίχνη, τα οποία διακρινονται ακόμα και σήμερα στη γλώσσα και την αρχιτεκτονική. Η έλλειψη ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για την εκπαίδευση, η οποία παρεχόταν μόνο στους ευγενείς και τους οικονομικά εύρωστους αστούς αργότερα από ιδιώτες δασκάλους και η απουσία εκτέλεσης σοβαρών δημόσιων έργων, κάποιων οχυρώσεων, κάνουν τη σύγκριση με την Αγγλοκρατία που ακολούθησε, να αποβαίνει σαφώς υπέρ της δεύτερης, θα πρέπει να σημειωθεί όμως ότι οι συνθήκες είχαν μεταβληθεί πλέον δραματικά στην Ευρώπη, όταν οι Άγγλοι διαδέχτηκαν τους Ενετούς. Εις τον τομέα της θρησκευτικής ελευθέριας, η γνωστή ανοχή των Ενετών, που είχε και πολιτικά κίνητρα, έδρασε ευεργετικά και στα Κύθηρα, όπου η αφομοίωση των καταγόμενων από την ιταλική χερσόνησο και τις λοιπές ενετικές κτήσεις από το ελληνικό στοιχείο του νησιού, ήταν πλήρης και συντελέστηκε σε πολύ συντομότερο χρονικό διάστημα απ’ ότι στα λοιπά Επτάνησα. Χαρακτηριστικά είναι και η απουσία σοβαρής αντιπαλότητας του Λατινικού με τον Ορθόδοξο κλήρο, πιθανόν λόγω της πολύ μικρής σημασίας του νησιού για τους καθολικούς, που έκανε την κυριαρχία του Ορθόδοξου στοιχείου απόλυτη. Οι ελάχιστοι καθολικοί ναοί και μονές, που αναφέρεται ότι υπήρξαν, περιήλθαν γρήγορα στα χέρια των Ορθοδόξων, οι οποίοι απορρόφησαν και τους ελάχιστους Καθολικούς της διοικητικής γραφειοκρατίας και επικράτησαν οριστικά από πολύ νωρίς.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σχέσεις με την Κρήτη καθ’ όλη τη διάρκεια της Ενετοκρατίας, κατά την οποία σχηματίστηκε και ο κύριος κορμός των οικογενειών στο νησί, που, πολλές από αυτές, φθάνουν μέχρι σήμερα. Σε πολλές περιπτώσεις τον πληθυσμό των Κυθήρων ενίσχυαν πρόσφυγες από την Κρήτη ή την Πελοπόννησο, που έφθαναν στο νησί κατά ομάδες ή μεμονωμένα και η περίπτωση τους έχει προξενήσει το ενδιαφέρον για μελέτη ειδικών επιστημόνων. Πιο σημαντική θεωρείται η εισροή προσφύγων κατά τη διάρκεια του μεγάλου Ενετοτουρκικού πολέμου (1645-1669), που κατέληξε με την πτώση της μεγαλονήσου στους Τούρκους. Μεγάλος αριθμός οικογενειών έφτασε τότε στα Κύθηρα, πολλές από τις οποίες έφυγαν αργότερα για τα αλλά Επτάνησα, ενώ άλλες έμειναν στο νησί, στο οποίο ίχνη τους βρίσκονται μέχρι σήμερα. Μεταξύ των οικογενειών που έμειναν αρκετά χρόνια στα Κύθηρα πριν καταλήξει οριστικά στη Ζάκυνθο είναι και η οικογένεια των προγόνων του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ενετικής κυριαρχίας χαρακτηριστική πληγή για το νησί απεδείχθη η πειρατεία. Συχνές επιδρομές πειρατών ρήμαζαν κυριολεκτικά τον τόπο, ενώ δεν είναι καθόλου σπάνιες και οι περιπτώσεις συνεργασίας του τοπικού πληθυσμού με πειρατικές ομάδες, ιδίως χριστιανών πειρατών που δρούσαν στο στενό της Πελοποννήσου και της Κρήτης, παρά μάλιστα τη σφοδρή αντίδραση των Ενετών, των οποίων όμως οι εκπρόσωποι σε απομακρυσμένες κτήσεις, όπως τα Κύθηρα, δεν απείχαν από τη συνεργασία με πειρατές για την πώληση της πειρατικής λείας. Το νησί ήταν απομακρυσμένο από τα κέντρα της ενετικής εξουσίας και δεν ήταν σπάνιες και οι περιπτώσεις ανοχής προς την πειρατεία της τοπικής εξουσίας ή και συνεργασίας με πειρατικά συμφέροντα, καθώς λέγεται ότι το σημαντικό μέρος της πειρατικής λείας πουλιόταν στην αγορά του νησιού. Στα τέλη του 18ου αιώνα πάντως, με την παρουσία των ανταγωνιστικών στολών των μεγάλων δυνάμεων στην περιοχή, περιορίστηκε σιγά-σιγά η πειρατική δράση για να εξαφανιστεί σχεδόν ολοκληρωτικά με την είσοδο του 19ου αιώνα και τους Ναπολεόντειους πολέμους. Το 1752 πάντως αναφέρεται μια μεγάλη επιδρομή Αλγερινών πειρατών, που πήραν σκλάβους πολλούς κατοίκους των Κυθήρων. Η ανασφάλεια, μαζί με την αδιαφορία των ενετικών αρχών και την καταπίεση των τοπικών αρχόντων, οδήγησε και σε επανάσταση το 1780 εναντίον του Προβλεπτή Πέτρου Μαρτσέλο, ο οποίος όμως κατόρθωσε να διαφύγει ακόμη και από απόπειρα δολοφονίας που έγινε εναντίον του τότε.