Αρχική  |  ο Δήμος  |  Επικοινωνία

Ιστορικά στοιχεία

Από τη μυθολογία ως τη Ρωμαϊκή εποχή

Η γέννηση της Αφροδίτης στα Κύθηρα, σύμφωνα με τη μυθολογία, υπήρξε το γεγονός εκείνο που καθόρισε και τη μετέπειτα πορεία του νησιού. Σύμφωνα με τη Θεογονία του Ησίοδου η Αφροδίτη γεννήθηκε στους αφρούς της θάλασσας των Κυθήρων, όταν έπεσαν σε αυτήν τα αποκομμένα από τον Κρόνο γεννητικά όργανα του πατέρα του Ουρανού. Τα κύματα παρέσυραν, σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή του μύθου, στη συνεχεία τη θεά, η οποία έφθασε στην Πάφο της Κύπρου, όπου επίσης λατρεύτηκε ως θεά – προστάτης του νησιού.
Από τα Κύθηρα φέρεται να έχει και την προσωνυμία Κυθέρεια η Αφροδίτη, η οποία λατρεύτηκε στην αρχαιότητα με τρεις μορφές. Ως Ουρανία, θεά – προστάτης της αγάπης και του αγνού ερωτά, με κύριο τόπο λατρείας τα Κύθηρα. Ως Πάνδημος, θεά – προστάτης του σαρκικού έρωτα και της αναπαραγωγής με κύριο τόπο λατρείας την Κύπρο. Και τέλος, με τη λιγότερο γνωστή μορφή, ως Αποστρόφια, θεά που διασφάλιζε την ηθική τάξη και προστάτευε τη σύζυγο και τα παιδία, που αναφέρεται ότι λατρεύτηκε στη Θήβα και αλλού. Η ίδρυση από τα πολύ πρώιμα χρόνια ναού της θεάς στα Κύθηρα έδωσε και στο νησί τον ομηρικό χαρακτηρισμό ‘ζάθεα’ δηλαδή πανάγια.
Η ανάδυση της θεάς από τη θάλασσα των Κυθήρων είναι σημειολογικά μια προσπάθεια των αρχαίων, σύμφωνα με τους ειδικούς στην Παλαιοντολογία, να ερμηνεύσουν την ανάδυση του νησιού από τη θάλασσα. Αυτό αποδεικνύεται από τον πλούσιο αριθμό παλαιοντολογικών ευρημάτων, που έχουν προέλευση τη θαλάσσια ζωή, σε εκτεταμένες περιοχές των Κυθήρων, στα Μητάτα και τα Βιαράδικα.
Όσον αφορά την ονομασία Κύθηρα πρέπει να αναφερθεί ότι αποτελεί ένα από τα επτά αναφερόμενα αρχαιότερα ελληνικά τοπωνυμία, αφού είναι μεταξύ αυτών που περιέχονται σε επιγραφή που βρέθηκε στη βάση αιγυπτιακού αγάλματος, που χρονολογείται στην εποχή του Αμένοφι του Γ΄, γύρω στα 1400 π.χ.
Ετυμολογικά έχουν αναφερθεί πολλές εκδοχές για τη λέξη Κύθηρα. Ο Ησύχιος αναφέρει ότι η λέξη προέρχεται από το ρήμα κεύθω, το οποίο σημαίνει κρύπτω τον έρωτα στην κοιλία και αναφέρεται στη λατρεία της θεάς του Έρωτα, της Αφροδίτης. Η άποψη του Στεφάνου του Βυζαντίου, που αναφέρει ότι τα Κύθηρα πήραν την ονομασία τους από τον πρώτο τους οικιστή, τον Κύθηρο από τη Φοινίκη, οδηγεί σε φοινικική προέλευση του ονόματος. Αν όμως ληφθεί υπόψη η υπόθεση ότι οι Φοίνικες φέρεται να έφθασαν στα Κύθηρα τον 9ο ή 8ο π.χ. αιώνα, τότε η φοινικική εκδοχή δεν πρέπει να ευσταθεί, εκτός αν υπάρχει προγενέστερη φοινικική παρουσία στα Κύθηρα, που δεν έχει ανιχνευθεί, αφού είναι γνωστή η θαλασσοκρατία του λαού αυτού στη Μεσόγειο ήδη από τον 15ο π.χ. αιώνα.
Παράλληλα πολλοί συγγραφείς θεωρούν και την ίδια την Αφροδίτη φοινικική θεότητα, που η λατρεία της μεταφέρθηκε από τους Φοίνικες στη Μεσόγειο. Προς την άποψη αυτή συνηγορεί το γεγονός ότι η Αφροδίτη αποκαλείται και Αστροάρχης, κατά ελληνική μετάπλαση της Αστάρτης των Φοινίκων. Εκείνο που φαίνεται να είναι ακριβές και συσχετίζει άμεσα τα Κύθηρα με τους Φοίνικες, είναι ότι αυτοί έφεραν στο νησί την τέχνη της κατεργασίας της Πορφύρας, ενός κοχυλιού από το οποίο έβγαινε το βαθύ κόκκινο χρώμα, που χρησιμοποιείται στα βασιλικά ενδύματα και από το οποίο τα Κύθηρα πήραν την ονομασία Πορφυρίς ή Πορφυρούσα.
Η ύπαρξη από την αρχαιότητα του τοπωνυμίου Φοινικούς στο νησί, όπου τοποθετείται και το λιμάνι των Κυθήρων κατά τα αρχαία χρόνια, τοπωνύμιο που δεν έχει ταυτισθεί με βεβαιότητα, πιστεύεται όμως ότι ήταν ο σημερινός Αβλέμονας ή το Διακόφτι, καθώς και η τοποθεσία Φοινικίες στα δυτικά δείχνουν τη βέβαιη φοινικική παρουσία, κατάλοιπο της οποίας πρέπει να θεωρούνται τα τοπωνυμία αυτά. Αργότερα, κατά τα μεσαιωνικά χρόνια, το νησί ήταν περισσότερο γνωστό ως Τσιρίγο, λέξη που προέρχεται από διαδοχικές παραφθορές της λέξης Κύθηρα.
Όσον αφορά την κατοίκηση του νησιού κατά τα αρχαία χρόνια οι γνώσεις μας πάνω στο θέμα αυτό πλουτίζονται συνεχώς με νέα σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα. Η περιορισμένη αρχαιολογική έρευνα στο νησί τα προηγούμενα χρόνια έχει δώσει τώρα τη θέση σ’ ένα, συνεχώς διευρυνόμενο, επιστημονικό ενδιαφέρον και τα τελευταία ευρήματα σε διάφορες περιοχές τα τελευταία χρόνια (Διακόφτι, Δραγωνάρες, Άγιος Γεώργιος στο Βουνό κ.α.) έχουν δώσει επαρκή στοιχεία ότι το νησί κατοικείται ήδη πριν το 3000 π.χ., ενώ δεν αποκλείεται πολύ σύντομα να υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις και για την κατοίκηση του νησιού από τα πρώτα χρόνια της Παλαιολιθικής εποχής.
Τα ευρήματα πάντως της αρχαιολογικής ερευνάς επιβεβαιώνουν ότι το νησί κατοικείται συστηματικά ολόκληρη τη Μινωική εποχή (3000-1200 π.χ.) και κατά τη Μυκηναϊκή (1400-1100 π.χ.) και ότι υπήρξε σημαντικό κέντρο των Μινωιτών στην προσπάθεια τους να πλεύσουν από την Κρήτη στην Πελοπόννησο και από εκεί να φθάσουν, μέχρι τη σημερινή Μεγ.Βρετανία, χρησιμοποιώντας τους τότε γνωστούς θαλάσσιους δρόμους και πλέοντας κοντά στα παράλια των βόρειων ακτών της Μεσογείου.Τα παλαιοτέρα δείγματα τοπικής κεραμικής ανάγονται στην 3η π.χ. χιλιετία και η ιδιοτυπία της συνίσταται στην ποιότητα και την επεξεργασία του ντόπιου πηλού. Αργότερα οι Κυθήριοι αγγειοπλάστες δίνουν δείγματα θαυμαστής δεξιοτεχνίας αντιγράφοντας μινωικά κυρίως αγγεία, όπως δείχνουν τα ευρήματα από τον τάφο του Λιονή, έξω από τη Χώρα.
Η σημασία του νησιού στα ομηρικά χρόνια μπορεί να ανιχνευθεί από την αναφορά στα ομηρικά έπη δυο ηρώων από τα Κύθηρα, του Λυκόφρονος και του Αμφιδάμαντα, ενώ οι μύθοι που αναφέρονται στον Πάρι και την ωραία Ελένη θέλουν να έχουν περάσει τις πρώτες μέρες του ερωτά τους στα Κύθηρα, όπου έφθασαν για να ευχαριστήσουν την Αφροδίτη και στις παράλιες των οποίων ανέμεναν ούριο άνεμο για να πλεύσουν στην Τροία. Το ιερό της θεάς, το οποίο αναφέρεται από αρχαίους συγγραφείς και περιηγητές του 16ου αιώνα, αναζητήθηκε χωρίς επιτυχία και από τον ανασκαφέα της Τροίας Ερρίκο Σλήμαν.
Ο σημερινός ναός των Αγίων Αναργύρων στην περιοχή Παλιόκαστρο έχει κτισθεί με οικοδομικό υλικό από την αρχαιότητα, το οποίο πιστεύεται ότι άνηκε σε αρχαίο ναό, τελευταίες όμως έρευνες τοποθετούν το ναό της Αφροδίτης σε γειτονικό λόφο, όπου ο ναός του Αγίου Γεωργίου και όχι στην περιοχή που τον τοποθετούσαν μέχρι τώρα.
Κατά τους ιστορικούς χρόνους τα Κύθηρα, λόγω της στρατηγικής τους θέσης στην είσοδο του λακωνικού κόλπου, έγιναν συχνά αντικείμενο διαμάχης μεταξύ Αθηνών και Σπάρτης, στον έλεγχο της οποίας άνηκαν κατά το πλείστον. Όμως οι Αθηναίοι κατέλαβαν το νησί αρκετές φορές (456 π.χ. με τον Τολμίδη, 424 π.χ. με τους Νικία, Νικόστρατο και Αυτοκλή και 394 π.χ. με τους Κόνωνα και Φαρνάβαζο κατά τη διάρκεια της Περσοαθηναϊκής συμμαχίας) και εγκατάστησαν φρουρά σ’ αυτό εκδιώκοντας τις φιλοσπαρτιατικές αρχές.
Στον τομέα των τεχνών, κατά τους κλασσικούς χρόνους, τα Κύθηρα ανέδειξαν τον ποιητή Ξενόδαμο, που θεωρείτο ισάξιος του Πινδάρου (6ος π.χ. αιώνας), το διάσημο διθυραμβοποιό Φιλόξενο (5ος π.χ. αιώνας) καθώς και τον ποιητή Πτολεμαίο, το γλυπτή Ερμογένη και το μουσικό Αλέξανδρο.Μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο και την παρακμή της Σπάρτης και των Αθην ακολούθησε, τα Κύθηρα έχασαν και αυτά τη σημα υ και περιέπεσαν σε μακρά παρακμή, συνέχισαν όμως να κατοικούνται κατά τη Ρωμαϊή εποχή, όπως προκύπτει από σποραδικές μαρτυρίες συγγραφέων (Πλούταρχος, Δίων Κάσιος, Στράβων) και από τα λίγα αρχαιολογικά ευρήματα, που ανάγονται στην εποχή αυτή.
Από τον 2ο μ.χ. αιώνα, στην εποχή του οποίου τοποθετείται επιγραφή, που αναφέρει ότι οι κάτοικοι του νησιού τιμούν το Ρωμαίο αυτοκράτορα Τραϊανό, μέχρι τον 6ο αιώνα τα Κύθηρα δεν αναφέρονται στις πήγες και φαίνεται ότι διέρχονται μακρά περίοδο ερήμωσης ή αραιής κατοίκησης. Η περιστασιακή κατοίκηση του νησιού πάντως και κατά τους χρόνους αυτούς, όχι μόνον δεν πρέπει να αποκλειστεί, αλλά να θεωρηθεί και ως ιδιαίτερα πιθανή, όπως προκύπτει από αγιολογικές πήγες, όπως το συναξάριο της Αγίας Ελέσας, πυ φέρεται να άθλησε και να μαρτύρησε στο νησί τον 4ο μ.χ. αιώνα. Το μαρτύριο της αναφέρεται ότι ακολούθησε μικρό κύμα προσκυνητών από την Πελοπόννησο, που μετέβησαν και εγκαταστάθηκαν στο νησί επιχειρώντας τότε μια μονιμότερη εγκατάσταση σ’ αυτό.